eng
ελ

Ορμονικές Διαταραχές

OVULATORY_DISORDERS

Οι διαταραχές ωοθυλακιορρηξίας – σημαντικός παράγων υπογονιμότητας – συναντώνται σε ποσοστό 15-25% των υπογόνιμων γυναικών.

Οι ωοθήκες επιτελούν δύο σημαντικές λειτουργίες: την παραγωγή και περιοδική απελευθέρωση των ωαρίων (ωοθυλακιορρηξία) και την έκκριση στεροειδών ορμονών (οιστραδιόλη, προγεστερόνη και ανδρογόνα).

Με τον όρο διαταραχές ωοθυλακιορρηξίας ονομάζουμε το σύνολο των ανωμαλιών εξ αιτίας των οποίων η ωορρηξία δεν πραγματοποιείται, ή πραγματοποιείται σε αραιά ή ακατάστατα διαστήματα.

Οι διαταραχές ωοθυλακιορρηξίας συχνά εκδηλώνονται με διαταραχές ή και διακοπή της περιόδου (ολιγομηνόρροια, αραιομηνόρροια, αμηνόρροια), όμως ακόμη και γυναίκες με κανονική περίοδο (κάθε 25-35 μέρες), μπορεί να παρουσιάζουν έλλειψη ή ατελή ωορρηξία σε ποσοστό 10-15%.

Πώς γίνεται η διάγνωση

Η διάγνωση των διαταραχών ωοθηλακιορρηξίας γίνεται μέσω των παρακάτω εξετάσεων.

  • PRG (Προγεστερόνη αίματος)
    Η ορμόνη αυτή παράγεται από την ωοθήκη μετά την ωορρηξία και φθάνει στα ανώτερα επίπεδα του αίματος σε 7 ημέρες. Η λήψη αίματος για την εξέταση αυτή πρέπει να γίνεται μία εβδομάδα πριν την έλευση της περιόδου (π.χ. την 21η ημέρα σε γυναίκες με κύκλο 28 ημερών ή την 28η ημέρα σε γυναίκες με κύκλο 35 ημερών). Τα επίπεδα της προγεστερόνης στο αίμα προσδιορίζουν την ποιότητα της ωορρηξίας. Το εύρος των τιμών οι οποίες χαρακτηρίζουν την ωορρηξία ποιοτικά καλή διαφέρει από κέντρο σε κέντρο και κυμαίνεται από 16 ng/ml έως 32 ng/ml.
  • FSH (θυλακιοτρόπος ορμόνη) και Ε2 (Οιστραδιόλη)
    Σε περιπτώσεις ανωμαλίας της περιόδου ή αδυναμίας πρόκλησης ωορρηξίας, η μέτρηση της FSH και της Ε2 την 3η ημέρα της περιόδου είναι ενδεικτική της λειτουργίας των ωοθηκών.
    Αυξημένα επίπεδα FSH παρατηρούνται κυρίως με την αύξηση της ηλικίας των γυναικών και υποδηλώνουν ελάττωση των ωοθυλακίων και κακή ποιότητα ωαρίων. Σε γυναίκες που η FSH υπερβαίνει τις 25 mIU /ml, το ποσοστό επίτευξης εγκυμοσύνης είναι < 2%.
    Συνιστάται επανάληψη των μετρήσεων διότι μπορεί να υπάρχει μεγάλη διακύμανση των επιπέδων των ορμονών από κύκλο σε κύκλο. Σε περίπτωση όμως που η FSH παραμένει αυξημένη ( > 20 mIU /ml) επέρχεται η εμμηνόπαυση.
  • LH (ωχρινοποιητική ορμόνη)
    Η μέτρηση της LH , η οποία αυξάνεται 36 ώρες πριν την ωορρηξία αποτελεί έμμεση μέθοδο για την πρόβλεψη της ωορρηξίας. Η μέτρηση γίνεται στο αίμα ή στα ούρα με αντιδραστήρια που πωλούνται στα φαρμακεία. Το τέστ ούρων του φαρμακείου παρουσιάζει το μειονέκτημα του υψηλού κόστους των αντιδραστηρίων και της ψυχολογικής πίεσης που ασκείται στο ζευγάρι με τον προγραμματισμό του χρόνου της σεξουαλικής επαφής.
  • Υπερηχογραφικός έλεγχος
    Κατά τη διάρκεια της παραγωγικής φάσης (1ης φάσης) του κύκλου με μία σειρά υπερηχογραφημάτων των ωοθηκών παρακολουθείται ο αριθμός και η ανάπτυξη των ωοθυλακίων και αξιολογείται η λειτουργία των ωοθηκών. Κατά την ωορρηξία παρατηρείται εξαφάνιση του ή των ωοθυλακίων και συλλογή υγρού στον δουγλάσσειο χώρο.
    Ένας υπερηχογραφικός έλεγχος μπορεί να αποκαλύψει επίσης την ύπαρξη γενετικών ανωμαλιών, ινομυωμάτων μήτρας, κύστεων ωοθηκών, ενδομητρίωσης και πολυκυστικών ωοθήκων.
    Το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών χαρακτηρίζεται από αύξηση του μεγέθους των ωοθηκών λόγω της ύπαρξης πολλαπλών μικρών κυστιδίων διαμέτρου 2-8mm, και συναντάται σε φαινομενικά φυσιολογικές γυναίκες σε ποσοστό 22% και σε γυναίκες με διαταραχές ωοθυλακιορρηξίας και συνεπώς δυσκολία σύλληψης σε ποσοστό 33%.
    Με το υπερηχογράφημα γίνεται επίσης ο έλεγχος και η αξιολόγηση του ενδομητρίου κατά την διάρκεια του κύκλου.
    Πολύ λεπτό ενδομήτριο (<7.5mm) μπορεί να είναι αιτία υπογονιμότητας, λόγω αδυναμίας εμφύτευσης του εμβρύου, ή και αποβολών.
    Υπερβολικά παχύ ενδομήτριο δημιουργεί υποψίες για την ύπαρξη ενδομητρικού πολύποδα ή υποβλεννογονίων ινομυωμάτων. Διάταση της μητριαίας κοιλότητας με φυσιολογικό ορό κατά την διάρκεια υπερηχογραφήματος, βοηθάει στην διάγνωση των παθολογικών αυτών καταστάσεων που συνδέονται με υπογονιμότητα ή και μητρορραγίες.
  • Βιοψία ενδομητρικού ιστού
    Η βιοψία ενδομητρικού ιστού παρέχει πληροφορίες σχετικά με την ικανοποιητική ανάπτυξη του ενδομητρίου, η οποία είναι καθοριστική για την εμφύτευση του γονιμοποιημένου ωαρίου και την υποστήριξη της κύησης.
    Η διαδικασία είναι εύκολη, ανώδυνη και μπορεί να πραγματοποιηθεί και στον χώρο του ιατρείου. Η λήψη ενδομητρικού ιστού γίνεται μεταξύ 21ης -25ης ημέρας του κύκλου (σε κύκλο 28 ημερών).
    Ενδομήτριο εκκριτικού τύπου είναι ενδεικτικό ωορρηξίας, ενώ καθυστέρηση ανάπτυξης του ενδομητρίου μεγαλύτερη των 2 ημερών είναι ενδεικτική ανεπάρκειας του ωχρού σωματίου (ελλειματική ωχρινική φάση), η οποία παρουσιάζεται σε ποσοστό 4% των γυναικών, σχετίζεται με την δυσκολία σύλληψης και, σε περίπτωση εγκυμοσύνης, μπορεί να αποτελέσει αιτία αποβολής.

    Στις περιπτώσεις διαταραχών ωοθυλακιορρηξίας, η ορμονική θεραπεία με σκοπό την υποκατάσταση ή την αύξηση της ορμονικής διέγερσης, η οποία θεωρείται αναγκαία για μια επιτυχημένη σύλληψη, έχει πολύ ικανοποιητικά αποτελέσματα.